υμνώ

ὑμνῶ, -έω, ΝΜΑ, και επικ. τ. ὑμνείω Α [ύμνος]
1. εξυμνώ, επαινώ, εγκωμιάζω (α. «ύμνησε τους άθλους τών αγωνιστών τού '21» β. «οὔτ' ἐπινύμφειός πω μέ τις ὕμνος ὕμνησεν», Σοφ.)
2. ψάλλω εκκλησιαστικό ύμνο, δοξολογώ τον Θεό («Σὲ ὑμνοῡμεν, Σὲ εὐλογοῡμεν, Σοὶ εὐχαριστοῡμεν, Κύριε», Ακολ. Θ. Λειτ.)
νεοελλ.
εκθειάζω κάποιον
αρχ.
1. (συχνά στους ποιητές συνάπτεται με λέξεις που δηλώνουν κάτι λυπηρό ή κακό) οδύρομαι, μέμφομαι («τὰν ἐμὰν ὑμνεῡσαι ἀπιστοσύναν», Ευρ.)
2. λέγω επανειλημμένως, επαναλαμβάνω («πάντες γὰρ ἐξ ἑνὸς στόματος ὑμνοῡσι», Πλάτ.)
3. ηχώ, βομβώ («αὗται φῆμαι... ὑμνήσουσιν εὐθὺς περὶ τὰ τῶν παίδων ὦτα», Πλάτ.)
4. φρ. «τὸν νόμον ὑμνῶ» — επαναλαμβάνω ή απαγγέλλω τον τύπο τού νόμου (Πλάτ.).

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • υμνώ — υμνώ, ύμνησα βλ. πίν. 73 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • υμνώ — ρ. μετβ. воспевать, прославлять Бога в гимнах: «Σε υμνούμεν, Σε ευλογούμεν, Σοι ευχαριστούμεν, Κύριε» «Тебе поем, Тебе благословим, Тебе благодарим, Господи» (из Божественной Литургии) …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • υμνώ — [имно] р. восхвалять, воспевать, петь гимны …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • υμνώ — ύμνησα, υμνήθηκα, υμνημένος 1. ψάλλω ύμνο, δοξολογώ, εγκωμιάζω το Θεό με εκκλησιαστικό ύμνο: Στις εκκλησίες υμνούμε τον Κύριο. 2. μτφ., πλέκω το εγκώμιο κάποιου, εξυμνώ, εγκωμιάζω. Ύμνησε τις ομορφιές του ελληνικού τοπίου …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ὑμνῶ — ὑμνέω sing of pres subj act 1st sg (attic epic doric) ὑμνέω sing of pres ind act 1st sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὕμνω — ὕμνος hymn masc nom/voc/acc dual ὕμνος hymn masc gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὕμνῳ — ὕμνος hymn masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὕμνωι — ὕμνῳ , ὕμνος hymn masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καθυμνώ — καθυμνῶ, έω (Α) (επιτατ. τού υμνώ) εξυμνώ κάποιον ή κάτι, εγκωμιάζω. [ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α) * + ὑμνῶ < ὕμνος] …   Dictionary of Greek

  • καρκαίρω — (Α) 1. (για τη γη) σείομαι, δονούμαι από τα πατήματα ανδρών και αλόγων 2. (κατά τον Ησύχ.) «ἐκάρκαιρεν ἐπλήθυεν» και «ἐκάρκαιρον ψόφον τινὰ ἀπετέλουν». [ΕΤΥΜΟΛ. Ενεστ. με επιτ. αναδιπλασιασμό. Συνδέεται πιθ. με τα αρχ. ινδ. car karti «υμνώ», που… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.